id
stringlengths 26
26
| text
stringlengths 30
282
| audio
audioduration (s) 2.74
19.5
|
|---|---|---|
Paramythi_horis_onoma_0047
|
σφύριξε ο κότσυφας. Μήπως νομίζεις πως ο Βασιλιάς έχει τίποτα περισσότερο από τον τσοπάνη ή το βαρκάρη;
| |
Paramythi_horis_onoma_0048
|
- Λες παράξενα πράματα! μουρμούρισε ο σκοίνος που δεν πείθουνταν. - Πίστεψε τον όμως είπε η μέλισσα φτερουγίζοντας γύρω του
| |
Paramythi_horis_onoma_0070
|
Κάθησε στην πέτρα κοντά της και ακούμπησε το σαγόνι του στο χέρι του συλλογισμένος ακούοντας τις φωνές που εξακολουθούσαν στο παλάτι.
| |
Paramythi_horis_onoma_0075
|
Ειρηνούλα! Πού είσαι; Έλα λοιπόν να μας φέρεις το χαμόγελο! Βαρέθηκα τις μεγάλες σου αδελφές και τις φωνές τους!
| |
Paramythi_horis_onoma_0080
|
θυμωμένες και κατσουφιασμένες.
| |
Paramythi_horis_onoma_0125
|
Εκεί που πήγαινε βιαστικός άκουσε περπατησιές. Τον έπιασε τρομάρα. - Ποιος είναι; ρώτησε φοβισμένα. - Κανένας Εξοχώτατε εγώ είμαι!
| |
Paramythi_horis_onoma_0140
|
Πλάγι στο παράθυρο στέκουνταν το Βασιλόπουλο που κουβέντιαζε με την Ειρηνούλα και της έλεγε τις ομορφιές του δάσους που είχε πάγει το απόγευμα.
| |
Paramythi_horis_onoma_0150
|
Ρώτησε τον πού βρήκε αυτά τα φαγιά και ώσπου να το μάθεις να μη φάγει κανείς τίποτα! πρόσθεσε πιάνοντας το χέρι της Ζήλιως την ώρα που ετοιμάζουνταν να βουτήσει το δάχτυλο της στο παστίτσιο.
| |
Paramythi_horis_onoma_0175
|
Κάθησε στην άκρη του δρόμου και ακούμπησε το κεφάλι της στα διπλωμένα της γόνατα. - Δεν μπορώ πια! μουρμούρισε. - Ξεκουράσου λίγο
| |
Paramythi_horis_onoma_0223
|
Έβγαλε από την τσέπη της μια θήκη με βελόνες κι ένα κουβάρι κλωστή και της τα έδωσε. - Βλέπεις είπε
| |
Paramythi_horis_onoma_0235
|
- Όχι! Η ώρα πάντα περνά. Μ' αν κάνεις περιττά πράματα τη σκορπάς ενώ αν κάνεις δουλειές με σκοπό τη μεταχειρίζεσαι.
| |
Paramythi_horis_onoma_0239
|
- Μπα! Ο καθένας φροντίζει για τον εαυτό του και κουτσοζεί. - Καλά το είπες πως κουτσοζεί αποκρίθηκε λυπημένη η Γνώση.
| |
Paramythi_horis_onoma_0260
|
Γκρεμιστείτε από δω ειδεμή σας πιάνω με το ξύλο! Τα δυο αδέλφια σηκώθηκαν και πήγαν παρακάτω.
| |
Paramythi_horis_onoma_0276
|
και φοβούνταν μη δούμε το παιδί του που του κουβαλούσε τα κλεμμένα πράματα. Και ξέρεις τι ήταν το φαγί που έφερε ο Πανουργάκος χθες βράδυ στο παλάτι;
| |
Paramythi_horis_onoma_0282
|
- Τούτο το σπίτι; Μα το γράφει απ' έξω παιδιά μου! είπε με απορία ο άνθρωπος δείχνοντας τα μαύρα γράμματα πάνω από την πόρτα. -
| |
Paramythi_horis_onoma_0315
|
- Γιατί κανένας δεν είναι τόσο κουτός να δουλεύει για να βγάλει το ψωμί που θα του φάγει ο γείτονας.
| |
Paramythi_horis_onoma_0340
|
πήγαινε στη δίκη του Κακομοιρίδη ν' ακούσεις δικαιοσύνη. - Θα πάγω είπε το Βασιλόπουλο θέλω με τα μάτια μου να τα δω αυτά που λες.
| |
Paramythi_horis_onoma_0350
|
Καταλαβαίνεις πως τον αποπήρε η Εξοχότητά του ο κυρ-Λαγόκαρδος ο δικαστής τον είπε ψεύτη και κλέφτη μας είπε μας πως όχι μόνο δεν ήταν αλήθεια πως του κλέψανε τις κότες του αλλά πως αυτός τις είχε κλέψει από δεν ξέρω πού πρόσταξε να τον δείρουν ώσπου να ομολογήσει λέει την αλήθεια.
| |
Paramythi_horis_onoma_0352
|
Δεν κάθουνταν στ' αυγά του ο κουτός μόνο γύρευε δικαστήρια και δικαιοσύνη! - Μα είναι αμαρτία! Είναι αμαρτία! φώναξε έξω φρενών το Βασιλόπουλο.
| |
Paramythi_horis_onoma_0390
|
Πάρε τα κλειδιά σου και άνοιξε ευθύς την πόρτα της φυλακής ειδεμή οι ώμοι σου θα νιώσουν αν τσούζει το λουρί!
| |
Paramythi_horis_onoma_0395
|
- Σε ποιον χρεωστώ την ελευθερία μου; ρώτησε με τρεμουλιαστή φωνή ο Κακομοιρίδης αφού συνήλθε από την πρώτη συγκίνηση.
| |
Paramythi_horis_onoma_0471
|
Έξαφνα κρύβοντας το πρόσωπο του στα χέρια του ακούμπησε στο πεζούλι του παραθύρου και ξέσπασε στα κλάματα.
| |
Paramythi_horis_onoma_0518
|
- Μα είχε αυγά τα περίφημα αυγά του εξαδέλφου Βασιλιά. Δε σου έδωσαν;
| |
Paramythi_horis_onoma_0532
|
αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο και ο Τζοτζές. Μα τι κάνει εκεί γύρω του; Λες και γυρεύει μονάχος του να τον σηκώσει...
| |
Paramythi_horis_onoma_0546
|
Μερικά ήταν φορτωμένα με κανένα σπόρο ή έντομο και το Βασιλόπουλο παρατήρησε πως εκείνα πήγαιναν πάντα προς το ίδιο σημείο ενώ όσα γύριζαν δε βαστούσαν τίποτα.
| |
Paramythi_horis_onoma_0549
|
- Δες τι περίεργο είπε η Ειρηνούλα δεν τρώγουν το φαγί τους μόνο το κρύβουν μέσα στην τρύπα. - Η τρύπα αυτή είναι
| |
Paramythi_horis_onoma_0579
|
Το μαγειριό πρέπει να παστρευθεί και το φαγί πρέπει να ψηθεί. Αφού ο μάγειρας και ο παραμάγειρας λείπουν θα τους αναπληρώσω εγώ.
| |
Paramythi_horis_onoma_0640
|
- Και πού βρήκε τα φλουριά; βροντοφώνησε ο Βασιλιάς. - Μυστήριο Αφέντη μου. - Φώναξε αμέσως το στόλαρχο
| |
Paramythi_horis_onoma_0647
|
Ο Βασιλιάς ανατινάχθηκε. Σηκώθηκε μ' έναν πήδο κι έτρεξε κατά την πόρτα. - Τρελάθηκαν όλοι! Όλοι! φώναξε.
| |
Paramythi_horis_onoma_0655
|
Κι έξαφνα στη γωνιά της πλατείας από ένα κρασάδικο βγήκε ένας κουτσός
| |
Paramythi_horis_onoma_0696
|
ενώ σα σανίδα τεντωμέ- νος εξακολουθούσε να χαιρετά στρατιωτικά. Το Βασιλόπουλο προσπάθησε να συνεννοηθεί μαζί του.
| |
Paramythi_horis_onoma_0743
|
- Πήγαινε συ όπου θέλεις πρόσθεσε φθάνει να μ' αφήσεις εμένα στην ησυχία μου. Και γυρίζοντας από τη μέσα μεριά αποκοιμήθηκε.
| |
Paramythi_horis_onoma_0744
|
Από πάνω από την κονσόλα το κρεμασμένο γαϊδουρίσιο κεφάλι εξακολουθούσε να τους κοιτάζει κοροϊδευτικά.
| |
Paramythi_horis_onoma_0747
|
- Πάμε στου Πανουργάκου της είπε. Και της διηγήθηκε τι έλεγε το γράμμα του Λαγόκαρδου και πόση ανάγκη ήταν να βρεθεί αμέσως
| |
Paramythi_horis_onoma_0755
|
- Καλά είχε κρυμμένα αυτός τους θησαυρούς του! είπε. Θα χρειαστεί να φωνάξομε σιδερά για ν' ανοίξει τέτοια πόρτα...
| |
Paramythi_horis_onoma_0766
|
Παλαβός δεν ήταν ο νάνος αλλά πρέπει να υποψιάζουνταν ή να ήξερε την ύπαρξη του θησαυρού στο κελάρι του αρχικαγκελάριου και πρωί-πρωί την ώρα που πηγαίναμε μεις ανυποψίαστοι να βρούμε φαγί
| |
Paramythi_horis_onoma_0792
|
Βγαίνοντας από το δάσος πέρασαν από ένα σπιτάκι μοναχικό. Στην πόρτα κάθουνταν ο νοικοκύρης με το κεφάλι μαντιλοδεμένο και κάπνιζε το τσιμπούκι του.
| |
Paramythi_horis_onoma_0793
|
Το Βασιλόπουλο τον αναγνώρισε και στάθηκε να τον καλημερίσει. - Πώς πάγει το κεφάλι Κακομοιρίδη; Ο άνθρωπος σηκώθηκε άρπαξε το χέρι του αγοριού και το φίλησε.
| |
Paramythi_horis_onoma_0831
|
- Καλά είπε ο δάσκαλος. Αν τα πηγαίνομε πάντα έτσι γρήγορα θα μάθετε περισσότερα και από μένα. Σε λίγο θα σας δώσω και
| |
Paramythi_horis_onoma_0845
|
Φανάρι δεν μπορούσε να ανάψει γιατί ούτε λαμπάδα ούτε αλειμματοκέρι πια δε βρίσκουνταν στο παλάτι.
| |
Paramythi_horis_onoma_0864
|
Το Βασιλόπουλο τον διέκοψε για να μην ακούσει άλλα εναντίον του πατέρα του.
| |
Paramythi_horis_onoma_0890
|
- Πατέρα είπε προσπαθώντας να κρύψει τη συγκίνηση του πατέρα μην κλαις. Έχομε ανάγκη από όλο μας το θάρρος και τη δύναμη.
| |
Paramythi_horis_onoma_0905
|
- Μα εγώ ωστόσο πώς θα μείνω χωρίς στέμμα; είπε. Μου παίρνεις τη δύναμη μου παίρνοντας το σύμβολο μου!
| |
Paramythi_horis_onoma_0933
|
Και σα μου πει: Ρίξου στη φωτιά θα ριχθώ στη φωτιά. - Και τώρα σου είπε: Ρίξου στις λόγχες και ρίχνεσαι στις λόγχες είπε ο κουλός με τον ίδιο ατάραχο τρόπο του.
| |
Paramythi_horis_onoma_0937
|
- Τ' όνομα σου! - Πολύδωρος. - Καλά... Για άκουσε ακόμα. Σα γυρίσεις... γιατί θα γυρίσεις βέβαια... - Ναι!
| |
Paramythi_horis_onoma_0942
|
- Μα είναι κακό το μέρος πώς θα πας εκεί; Το ρεύμα είναι πολύ δυνατό είπε ο Πολύδωρος. - Γι' αυτό ίσα-ίσα δε θα
| |
Paramythi_horis_onoma_0964
|
- Πέθανε αφέντη από δω και δώδεκα χρόνια. - Μα λοιπόν τούτος θα είναι γιος του. Φώναξε το γιο του πρόσταξε νευρικά ο
| |
Paramythi_horis_onoma_0968
|
Να στρατιώτες ένα σωρό! Ποιος λέγει πως δεν έχω στρατό; Και γυρνώντας στον υπασπιστή Πολύκαρπο:
| |
Paramythi_horis_onoma_0983
|
Πού να πάγει δεν ήξερε. Κανένα δε γνώριζε στη χώρα που να του γυρέψει βοήθεια ή συμβουλή. Και όμως έπρεπε αμέσως να βρει άντρες και όπλα!
| |
Paramythi_horis_onoma_0993
|
Άνοιξε τα μάτια του και ανασηκώθηκε ξαφνισμένος. Μπροστά του στέκουνταν η Γνώση. - Πώς βρέθηκες εδώ; τη ρώτησε.
| |
Paramythi_horis_onoma_1010
|
- Καταδέξου το φτωχικό μας φαγί παρακάλεσε ο Κακομοιρίδης. Και για να μην τον κακοκαρδίσει κάθησε το Βασιλόπουλο στο τραπέζι και
| |
Paramythi_horis_onoma_1027
|
Και με μεγάλα βήματα πήρε με το Βασιλόπουλο το δρόμο του μεταλλείου ενώ πίσω ακολουθούσε η κόρη με τη χειράμαξα.
| |
Paramythi_horis_onoma_1031
|
- Δέσε το σκοινί γύρω μου είπε το Βασιλόπουλο θα κατέβω εγώ. Πήρε την αξίνα σκάλωσε το φανάρι στη ζώνη του και τον
| |
Paramythi_horis_onoma_1045
|
- Σωστό αυτό που λες αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. Μα τι γίνηκαν όλοι οι τεχνίτες που δούλευαν πρωτύτερα με τον πατέρα σου;
| |
Paramythi_horis_onoma_1049
|
- Στην ταβέρνα σαν όλους τους άλλους. - Πάγω να τον πάρω. Ψήσε φαγί για περισσότερους είπε ζωηρά το Βασιλόπουλο θα σου
| |
Paramythi_horis_onoma_1085
|
Την ώρα που ανεβάζουν σιδερόπετρες από τα πηγάδια εγώ δουλεύω εδώ και δε χάνεται καιρός. Κάθησαν στο τραπέζι. Μα το Βασιλόπουλο δε θέλησε να μείνει.
| |
Paramythi_horis_onoma_1115
|
- Με λένε Κατεργαρίσκο. Μα δε βλέπω γιατί με ρωτάς εμένα εκείνα που θα έπρεπε να ζητήσεις αυτουνού που γύρευε να μας
| |
Paramythi_horis_onoma_1191
|
Όλες οι γυναίκες φώναζαν μαζί ο Βασιλιάς με το μανδύα του τυλιγμένο στο μπράτσο έδινε οδηγίες σε φανταστικούς υπηρέτες να κλείσουν τα παράθυρα να συμμαζέψουν τα πράγματα και άλλα παρόμοια.
| |
Paramythi_horis_onoma_1222
|
φώναξε δυνατά και η φωνή του ακούστηκε δεσπόζοντας το θόρυβο ως πέρα στην πλατεία.
| |
Paramythi_horis_onoma_1229
|
Ο Βασιλιάς σας είναι δω αναγνωρίσετε τον και ας μη φορεί το στέμμα του που το πούλησε για να σας δώσει όπλα.
| |
Paramythi_horis_onoma_1254
|
- Λοιπόν τι λες να κάνω; ρώτησε έξαφνα. - Γέφυρα αποκρίθηκε ο κουλός. - Γέφυρα;
| |
Paramythi_horis_onoma_1276
|
Τωόντι το ποτάμι που ήταν πολύ γρήγορο και κάμποσο φαρδύ σ' εκείνο το μέρος τους έσερνε όλο και μακρύτερα από την εχθρική όχθη.Ο
| |
Paramythi_horis_onoma_1282
|
Ο ναύτης αφού κουλούριασε το σκοινί στην πλώρη κάθησε κοντά στον υπασπιστή. - Μην παινιέσαι είπε ήσυχα δεν τα ξαναείδες ακόμα.
| |
Paramythi_horis_onoma_1292
|
- Μόνο με φτερά μπορείς να περάσεις. Έχει γκρεμνούς αδιάβατους κι αιώνια χιόνια αποκρίθηκε ο κουλός. - Και κανένας άλλος δρόμος
| |
Paramythi_horis_onoma_1312
|
άλλο έκοψε το λουρί της ζώνης του και χύθηκαν μερικά φλουριά.
| |
Paramythi_horis_onoma_1364
|
Με χαμηλή φωνή έδινε τις τελευταίες του οδηγίες ενόσω στο ποτάμι ο πρωτομάστορης με τους παραγιούς του σιωπηλά έδενε τις πλωτές τη μια με την άλλη και τις στερέωνε στις δυο όχθες.
| |
Paramythi_horis_onoma_1372
|
Έξαφνα έλαμψε μια φωτιά κοντά στο ποτάμι.
| |
Paramythi_horis_onoma_1387
|
Κατόρθωσε να μαζέψει μερικούς και θέλησε ν' αντισταθεί φωνάζοντας: - Άνανδροι! Πού τρέχετε σαν τ' αρνιά που τα κυνηγάει ο λύκος; Γυρνάτε πίσω! Ελάτε γύρω στο Βασιλιά σας να δείτε αν ξέρει αυτός να πολεμήσει και να σας προστατέψει!
| |
Paramythi_horis_onoma_1412
|
όλοι... Έκλεισε τα μάτια του κι έγειρε αργά το κεφάλι. - Ξέχασε τ' άλλα λόγια που σου είπα... μουρμούρισε με σβησμένη φωνή
| |
Paramythi_horis_onoma_1414
|
και με το θάρρος σου κόβοντας τη γέφυρα κατέστρεψες τόσους εχθρούς. Τι συγχώρηση ζητάς; Μα ο νέος δεν αποκρίθηκε
| |
Paramythi_horis_onoma_1455
|
επρόδωσες την Πατρίδα. Στ' όνομα της Πατρίδας σε καταδικάζω να πεθάνεις με το θάνατο του προδότη και να κρεμαστείς.
| |
Paramythi_horis_onoma_1462
|
Και πριν βγει ο ήλιος ο προδότης είχε πληρώσει την αμαρτία του.
| |
Paramythi_horis_onoma_1466
|
και ο Κακομοιρίδης εγύρισε στο μεταλλείο και το σιδηρουργείο με τον αδελφό του
| |
Paramythi_horis_onoma_1485
|
Και με τι χόρτα! Αγριόχορτα! Και γυρνώντας στο γιο του ρώτησε απότομα: - Εσύ τουλάχιστον συλλογίστηκες να σκοτώσεις κανένα αγριόπουλο;
| |
Paramythi_horis_onoma_1519
|
πώς θα ζούσαν εργάτες και στρατιώτες; - Αχ! Να είχα πλούτη! Να είχα πλούτη! στέναξε με καημό.
| |
Paramythi_horis_onoma_1522
|
- Δεν περίμενες να με δεις εδώ; ρώτησε κείνη γελαστή. - Όχι το σπίτι σου είναι τόσο μακριά! Γιατί έρχεσαι δω να πλύνεις;
| |
Paramythi_horis_onoma_1536
|
Το Βασιλόπουλο έβαλε τότε ανθρώπους να μαζέψουν τα σκορπισμένα όπλα του εχθρού.
| |
Paramythi_horis_onoma_1546
|
- Τι δουλειά μπορώ εγώ να κάνω; Μήπως εγώ θα σιάξω τον τόπο; - Ναι εσύ κι εγώ και όλοι μας θα σιάξομε τον
| |
Paramythi_horis_onoma_1554
|
- Δεν πειράζει Κακομοιρίδη είπε το Βασιλόπουλο. Το δάσος είναι απ' έξω από το σπίτι σου κι έχει πλήθος ελάφια λαγούς
| |
Paramythi_horis_onoma_1583
|
Και συ Πολύκαρπε έλα να μας ανάψεις φωτιά! είπε η Γνώση. Έτρεξαν κοντά της και είδαν δυο μεγάλα καζάνια που τα έσερναν μερικοί στρατιώτες.
| |
Paramythi_horis_onoma_1589
|
Σκέφτηκε η μάνα μου πως εκείνα τα καζάνια που ήταν αρκετά μεγάλα για να ζεσταίνουν τόσο νερό θα ήταν καλά για να ψήσουν πολύ φαγί.
| |
Paramythi_horis_onoma_1590
|
Ο καιρός και η σκουριά τα είχαν τρυπήσει κάμποσο μα ο Κακομοιρίδης είναι επιτήδειος τεχνίτης κι εύκολα τα μπάλωσε.
| |
Paramythi_horis_onoma_1592
|
Τόση πολλή δουλειά είχε η καθεμιά που η Ζήλιω και η Πικρόχολη ξέχασαν να μαλώσουν.
| |
Paramythi_horis_onoma_1638
|
και δεν πρόφθαινε ο πρωτομάστορης να τα δουλέψει και να τα καρφώσει. Τα είδε το Βασιλόπουλο που γέμιζαν τον τόπο και στοχάστηκε να τα χρησιμοποιήσει αμέσως.
| |
Paramythi_horis_onoma_1656
|
φώναξε φρενιασμένος ο θείος Βασιλιάς. Ούτε αστείος πια δεν είσαι! Γιατί λοιπόν να τρέφω την ασχήμια σου; Και ξεσπαθώνοντας του έκοψε το κεφάλι.
| |
Paramythi_horis_onoma_1670
|
και ολοένα έφευγαν τα μισά φορτωμένα ξύλα και ολοένα επέστρεφε ο Πολύκαρπος με περισσότερα φλουριά τόσο που δε χωρούσαν πια στην πέτσινη ζώνη και το Βασιλόπουλο αναγκάστηκε να παραγγείλει στον Κακομοιρίδη ένα βαρύ σιδερένιο σεντούκι
| |
Paramythi_horis_onoma_1676
|
κι έμειναν μια στιγμή ακίνητες κοιτάζοντας η μια την άλλη.
| |
Paramythi_horis_onoma_1680
|
Έφθασε η άνοιξη γέμισαν πάλι φύλλα τα δέντρα βγήκαν οι φράουλες και τ' αγριοράδικα και γύρισαν τα πουλιά και ξανάρχισε πάλι το κυνήγι
| |
Paramythi_horis_onoma_1715
|
Περνώντας τα σύνορα μας είδα σε κάθε βράχο και κορυφή βουνού από ένα κάστρο με θεόρατους πύργους.
| |
Paramythi_horis_onoma_1749
|
Ο στρατηγός ζύγωσε και υποκλίθηκε ως κάτω. - Άρχοντα μου; - Κοίταξε μπροστά σου εκεί και πες μου τι βλέπεις; - Κάστρο Άρχοντα μου. - Είσαι στραβός!
| |
Paramythi_horis_onoma_1787
|
- Πάρε αυτό είπε και δώσε το στον Άρχοντα σου. Μην ξεχάσεις να του επαναλάβεις τα λόγια που σου είπα. Πήγαινε.
| |
Paramythi_horis_onoma_1809
|
Όταν ο νέος Βασιλιάς Συνετός δεύτερος' ανέβηκε στο παλάτι με τον καινούριο αρχικαγκελάριο του τον Πολύκαρπο βρήκε πάλι όλη την οικογένεια μαζεμένη στην τραπεζαρία.
| |
Paramythi_horis_onoma_1829
|
Και σαν τον σήκωσαν να τον βάλουν στο κρεβάτι είδαν πως ήταν πεθαμένος.
|
README.md exists but content is empty.
- Downloads last month
- 9